2026 OECD Artificial Intelligence Papers – Skills in the AI age – No. 60
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) αναδεικνύεται σε μία από τις πλέον καθοριστικές τεχνολογίες της σύγχρονης εποχής, με μετασχηματιστική δυναμική, αντίστοιχη εκείνης που είχαν ιστορικά η ατμομηχανή, ο ηλεκτρισμός και το διαδίκτυο. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η ΤΝ έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει την παραγωγικότητα, να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη, να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας και να δημιουργήσει νέες επαγγελματικές ευκαιρίες. Παράλληλα, όμως, η ευρεία διάδοσή της δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις, όπως ο κίνδυνος εκτοπισμού εργαζομένων, η όξυνση υφιστάμενων ανισοτήτων και η άνιση πρόσβαση στις νέες ευκαιρίες που αναδύονται. Η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της ΤΝ προϋποθέτει συνεπώς συντονισμένες παρεμβάσεις για την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων και τη διασφάλιση μιας δίκαιης μετάβασης για όλους.
Η έκθεση «Skills in the AI Age» (2026) του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ – OECD) υπογραμμίζει ότι η επιτυχία της μετάβασης στην εποχή της ΤΝ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των κοινωνιών να προσαρμόσουν τα συστήματα εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης στις νέες απαιτήσεις. Καθώς οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλουν τις δομές της παραγωγής και την οργάνωση της εργασίας, οι δεξιότητες καθίστανται ο κρίσιμος παράγοντας που θα καθορίσει ποιοι εργαζόμενοι, επιχειρήσεις και χώρες θα ωφεληθούν περισσότερο από τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Η ταχεία διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης στις επιχειρήσεις
Η υιοθέτηση εφαρμογών ΤΝ από τις επιχειρήσεις επιταχύνθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των επιχειρήσεων που αξιοποιούν τεχνολογίες ΤΝ αυξήθηκε από περίπου 7% το 2021 σε περίπου 20% το 2025. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εμφάνιση και ευρεία διάδοση εργαλείων Παραγωγικής ΤΝ, τα οποία κατέστησαν τις σχετικές τεχνολογίες πιο προσιτές και ευκολότερες στη χρήση από ένα ευρύ φάσμα οργανισμών.
Η ΤΝ αξιοποιείται πλέον για την αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων διαδικασιών, τη βελτιστοποίηση της κατανομής πόρων, την ανάλυση δεδομένων, τη λήψη αποφάσεων και τη βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών. Οι εφαρμογές αυτές συμβάλλουν στη μείωση του λειτουργικού κόστους, στην αύξηση της αποδοτικότητας και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Παράλληλα, μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα της εργασίας, μειώνοντας την έκθεση των εργαζομένων σε απαιτητικά ή επαναλαμβανόμενα καθήκοντα και επιτρέποντάς τους να επικεντρωθούν σε πιο σύνθετες και δημιουργικές δραστηριότητες.
Ωστόσο, η διάχυση της ΤΝ δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις επιχειρήσεις. Οι μεγάλες εταιρείες διαθέτουν συνήθως περισσότερους οικονομικούς και τεχνολογικούς πόρους για να επενδύσουν σε νέες εφαρμογές, ενώ οι νεοφυείς επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται συχνά από μεγαλύτερη ευελιξία και καινοτομική κουλτούρα. Αντίθετα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια, μεταξύ των οποίων το κόστος, οι ελλείψεις υποδομών και, κυρίως, η δυσκολία εύρεσης εργαζομένων με τις απαιτούμενες δεξιότητες. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη μελέτη για το γεγονός ότι η έλλειψη δεξιοτήτων είναι ένας από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την υιοθέτηση της ΤΝ. Πολλές επιχειρήσεις αναφέρουν ότι δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους με επαρκείς ψηφιακές ή εξειδικευμένες γνώσεις, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να υιοθετήσουν και να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τις νέες τεχνολογίες.
Η ΤΝ μετασχηματίζει την εργασία, δεν την καταργεί απαραίτητα.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την ΤΝ συχνά επικεντρώνεται στον κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας. Ο ΟΟΣΑ, ωστόσο, υιοθετεί μια πιο σύνθετη προσέγγιση. Η ΤΝ επηρεάζει την αγορά εργασίας μέσω τριών βασικών μηχανισμών: αυτοματοποίησης υφιστάμενων καθηκόντων, δημιουργίας νέων καθηκόντων και επαγγελμάτων, καθώς και ενίσχυσης της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Οι τρεις αυτές επιδράσεις λειτουργούν σε παραλληλία και αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Όταν η ΤΝ αναλαμβάνει εργασίες που προηγουμένως εκτελούνταν από ανθρώπους, μπορεί να προκύψουν φαινόμενα εκτοπισμού (‘displacement effect’) των εργαζομένων. Την ίδια στιγμή, όμως, η ανάπτυξη, η εφαρμογή, η παρακολούθηση και η συντήρηση των ίδιων των συστημάτων ΤΝ δημιουργούν νέες ανάγκες και νέα επαγγέλματα. Επιπλέον, η αύξηση της παραγωγικότητας που επιτυγχάνεται μέσω της τεχνολογίας μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας σε άλλους τομείς της οικονομίας. Η συνολική επίδραση της ΤΝ στην απασχόληση θα εξαρτηθεί συνεπώς από την ισορροπία μεταξύ αυτών των δυνάμεων. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις η ΤΝ λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον άνθρωπο και όχι αποκλειστικά ως υποκατάστατό του, ενισχύοντας τις δυνατότητές του και αυξάνοντας την αποδοτικότητα της εργασίας του.
Έκθεση στην ΤΝ δεν σημαίνει αναγκαστικά και αυτοματοποίηση
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι τα επαγγέλματα που επηρεάζονται περισσότερο από την ΤΝ δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνα που κινδυνεύουν περισσότερο να αυτοματοποιηθούν. Οι υψηλής εξειδίκευσης επαγγελματικές κατηγορίες —όπως στελέχη διοίκησης, επιστήμονες, μηχανικοί, οικονομικοί αναλυτές και επαγγελματίες πληροφορικής— συγκαταλέγονται μεταξύ των επαγγελμάτων με τη μεγαλύτερη έκθεση στις εφαρμογές ΤΝ. Παρά το γεγονός αυτό, οι ίδιες επαγγελματικές κατηγορίες εμφανίζουν σχετικά χαμηλό κίνδυνο πλήρους αυτοματοποίησης, καθώς βασίζονται σε σύνθετες γνωστικές λειτουργίες, κοινωνικές δεξιότητες, δημιουργική σκέψη και λήψη αποφάσεων. Αντίθετα, μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν επαγγέλματα που περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενα χειρωνακτικά ή γνωστικά καθήκοντα, ιδίως σε τομείς όπως η παραγωγή, οι μεταφορές, οι κατασκευές και ορισμένες διοικητικές δραστηριότητες.
Η διαπίστωση αυτή ενισχύει τη σημασία της διαρκούς αναβάθμισης δεξιοτήτων. Καθώς η ΤΝ αλλάζει τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας, οι εργαζόμενοι θα χρειαστεί να αναπτύξουν νέες ικανότητες που θα τους επιτρέπουν να αξιοποιούν αποτελεσματικά τα διαθέσιμα εργαλεία και να συνεργάζονται με αυτά.
Οι δεξιότητες που απαιτούνται στην εποχή της ΤΝ
Κατά τον ΟΟΣΑ, η επιτυχής συμμετοχή στην ψηφιακή οικονομία απαιτεί έναν συνδυασμό τριών κατηγοριών δεξιοτήτων: θεμελιωδών δεξιοτήτων, ψηφιακές δεξιοτήτων (ΤΠΕ) και συμπληρωματικών δεξιοτήτων. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει ότι η προετοιμασία για την εποχή της ΤΝ δεν περιορίζεται στην εκμάθηση νέων τεχνολογιών, αλλά προϋποθέτει ένα ευρύτερο σύνολο γνώσεων και ικανοτήτων:
- Θεμελιώδεις δεξιότητες: γραμματισμός, αριθμητισμός και βασική επιστημονική κατανόηση. Πρόκειται για δεξιότητες που επιτρέπουν στους πολίτες να κατανοούν πληροφορίες, να επιλύουν προβλήματα και να συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, υψηλά επίπεδα επάρκειας στους τομείς αυτούς συνδέονται άμεσα με καλύτερη ικανότητα επίλυσης προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα.
- Ψηφιακές δεξιότητες (ΤΠΕ): περιλαμβάνουν τόσο τις βασικές δεξιότητες χρήσης υπολογιστών και εφαρμογών όσο και τις πιο προηγμένες δεξιότητες και γνώσεις που αφορούν τον προγραμματισμό, την επεξεργασία δεδομένων, τη μηχανική μάθηση και την ανάπτυξη εφαρμογών ΤΝ. Οι δεξιότητες αυτές ενισχύουν τη δυνατότητα προσαρμογής στις τεχνολογικές αλλαγές και δημιουργούν νέες επαγγελματικές προοπτικές σε αναπτυσσόμενους κλάδους της οικονομίας.
- Συμπληρωματικές δεξιότητες: κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, συνεργασία, επικοινωνία, ενσυναίσθηση και ικανότητα διαρκούς μάθησης. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που δύσκολα αυτοματοποιούνται και τα οποία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αξία σε ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι καλούνται να αλληλεπιδρούν με ευφυή συστήματα.
Η αυξανόμενη ζήτηση για δεξιότητες ΤΝ
Παρότι οι ειδικοί στην ΤΝ αποτελούν σήμερα μόλις περίπου το 1% του συνολικού εργατικού δυναμικού, η ζήτηση για τέτοιες δεξιότητες αυξάνεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Οι οικονομίες ανταγωνίζονται ολοένα περισσότερο για την προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένων επαγγελματιών, ενώ σε ορισμένες χώρες παρατηρούνται σημαντικές εκροές ταλέντου προς αγορές που προσφέρουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Ταυτόχρονα, σημαντικό ποσοστό των νέων θέσεων εργασίας αφορά επαγγέλματα με υψηλή έκθεση στην ΤΝ. Οι δεξιότητες που ζητούνται συχνότερα δεν περιορίζονται στις τεχνικές γνώσεις, αλλά περιλαμβάνουν τη διοίκηση έργων, τη διαχείριση επιχειρησιακών διαδικασιών, τη συνεργασία, την επικοινωνία και την ανάλυση δεδομένων.
Η αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων ως κοινωνική προτεραιότητα
Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις οι τεχνολογικές εξελίξεις ενδέχεται να διευρύνουν τις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Οι εργαζόμενοι με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο ή περιορισμένες ψηφιακές δεξιότητες είναι πιθανότερο να αντιμετωπίσουν δυσκολίες προσαρμογής στις μεταβολές της αγοράς εργασίας. Παράλληλα, οι ανισότητες εκδηλώνονται και σε επίπεδο φύλου και γεωγραφίας. Οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε τομείς έντασης ΤΝ, ενώ η ανάπτυξη των σχετικών οικοσυστημάτων συγκεντρώνεται κυρίως σε μεγάλα αστικά και τεχνολογικά κέντρα. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη δεξιοτήτων αναδεικνύεται όχι μόνο ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης αλλά και ως προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και ισότητας ευκαιριών.
Ο ρόλος των δημόσιων πολιτικών
Η έκθεση “Δεξιότητες στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης” (2026) καταλήγει ότι η ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς. Οι κυβερνήσεις καλούνται να επενδύσουν σε υψηλής ποιότητας συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, να ενσωματώσουν τον ψηφιακό εγγραμματισμό και την κατανόηση για την ΤΝ στα προγράμματα σπουδών και να διασφαλίσουν ότι οι ευκαιρίες μάθησης παραμένουν προσβάσιμες σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου, μέσω της δια βίου μάθησης, της επανακατάρτισης και της αναβάθμισης δεξιοτήτων. Πολιτικές όπως ευέλικτα προγράμματα μάθησης, μικρο-πιστοποιήσεις, οικονομικά κίνητρα για συμμετοχή στην κατάρτιση και αναγνώριση προηγούμενης μάθησης μπορούν να διευκολύνουν την προσαρμογή εργαζομένων και επιχειρήσεων στις τεχνολογικές αλλαγές.
Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση των συνεργειών μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, ώστε τα προγράμματα εκπαίδευσης να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η ανάπτυξη συστημάτων πρόβλεψης δεξιοτήτων και η αξιοποίηση δεδομένων για την παρακολούθηση των μεταβολών της αγοράς μπορούν να συμβάλουν στον καλύτερο σχεδιασμό πολιτικών. Επιπρόσθετα, η προώθηση της βασικής παιδείας – του βασικού εγγραμματισμού – στην ΤΝ (‘AI literacy’) αναδεικνύεται σε κεντρική προτεραιότητα, διότι η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων δεν θα χρειαστεί να αναπτύξει συστήματα ΤΝ, αλλά θα χρειαστεί να είναι σε θέση να τα χρησιμοποιεί υπεύθυνα, να κατανοεί τις δυνατότητες και τους περιορισμούς τους και να αξιολογεί κριτικά τα αποτελέσματά τους.
Συμπεράσματα Έκθεσης
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης του ΟΟΣΑ είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν καθορίζει από μόνη της το μέλλον της εργασίας. Οι επιπτώσεις της θα εξαρτηθούν από τις επιλογές που θα πραγματοποιήσουν οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και οι ίδιοι οι πολίτες.
Σε ένα περιβάλλον ταχέων τεχνολογικών μεταβολών, η δια βίου μάθηση, η προσαρμοστικότητα και η συνεχής ανάπτυξη δεξιοτήτων αναδεικνύονται ως οι βασικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στην οικονομία και την κοινωνία του μέλλοντος. Εξού και η πρόκληση για τις δημόσιες πολιτικές δεν είναι απλώς να ακολουθήσουν τον ρυθμό της ΤΝ, αλλά να διασφαλίσουν ότι η ανάπτυξή της θα υπηρετεί έναν ανθρωποκεντρικό, συμπεριληπτικό και βιώσιμο ψηφιακό μετασχηματισμό.
*
Επιμέλεια μετάφρασης και απόδοσης: Εθνική Συμμαχία για τις Ψηφιακές Δεξιότητες και την Απασχόληση.
